Οι ΗΠΑ «κονταίνουν» τον Ερντογάν



Ουάσιγκτον: Η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου σημαδεύτηκε από τις διαμαρτυρίες χιλιάδων διαδηλωτών που φώναζαν συνθήματα εναντίον του
Εγκαταλείπουν οι ΗΠΑ το άλλοτε χαϊδεμένο τους παιδί την Τουρκία; Η πρόσφατη όχι και τόσο ενθουσιώδης υποδοχή του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από την αμερικανική ηγεσία ενισχύει την αίσθηση ότι η Ουάσιγκτον έχει κουραστεί από την αυξανόμενη μεγαλομανία του Ερντογάν, την αναζωπύρωση του τουρκικού εμφυλίου με τους Κούρδους με ευθύνη της Αγκυρας και τη διολίσθηση όλο και περισσότερο σε μορφές αυταρχικότερης διακυβέρνησης.

Ο Ερντογάν προσπάθησε πώς και τι να μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής για την πυρηνική ασφάλεια στην Ουάσιγκτον σε ένα ακόμη διπλωματικό σόου. Αντί για πανηγυρικά ενσταντανέ με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, η επίσκεψη Ερντογάν στις ΗΠΑ σημαδεύτηκε από τις διαμαρτυρίες χιλιάδων διαδηλωτών που φώναζαν συνθήματα εναντίον του, αλλά και την αυξανόμενη αρθρογραφία σε έγκριτα αμερικανικά ΜΜΕ και ινστιτούτα που αμφισβητούν την ικανότητα του Τούρκου προέδρου να διαχειριστεί τις πολλαπλές προκλήσεις στις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα του.

Βεβαίως, σύμφωνα με ανακοίνωση που εξέδωσε ο Λευκός Οίκος, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα επανέλαβε τη δέσμευση των ΗΠΑ στην ασφάλεια της Τουρκίας, κατά τη διάρκεια συνάντησης με τον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν στο περιθώριο της πυρηνικής συνόδου, συζητώντας παράλληλα τις προσπάθειες των δύο χωρών να καταπολεμήσουν το Ισλαμικό Κράτος. Και μόνο το γεγονός ότι ο Λευκός Οίκος αρκέστηκε σε μία λιτή ανακοίνωση αντικατοπτρίζει την επιφυλακτικότητα με την οποία αντιμετωπίζει η Ουάσιγκτον έναν από τους μέχρι πρότινος πιστούς συμμάχους της. Μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία προβαλλόταν για χρόνια ως «ιδεώδες» κοσμικό κράτος στον μουσουλμανικό κόσμο, την επιτυχία του οποίου θα μπορούσαν να ακολουθήσουν και άλλα μουσουλμανικά κράτη.


Αυτά πριν από την πρόσφατη ριζική ανατροπή της πραγματικότητας που επικρατούσε στον αραβικο-μουσουλμανικό κόσμο και τη ρευστότητα που παρουσιάζουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή, με επίκεντρο τον πόλεμο στη Συρία και την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους. Κάποτε Μπαράκ Ομπάμα και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνομιλούσαν συχνά στο τηλέφωνο. Τώρα τους δύο ηγέτες χωρίζουν μεγάλες διαφορές, με επίκεντρο τον πόλεμο στη Συρία. Η Ουάσιγκτον, η οποία δεν θέλει να μπλέξει σε ένα νέο Ιράκ, ενισχύει επί του εδάφους τις πολιτοφυλακές των Κούρδων στη Συρία, οι οποίες ετοιμάζονται, όπως δήλωσε προχθές ο ηγέτης του Κόμματος Δημοκρατικής Ενωσης(PYD) Σάλεχ Μουσλίμ, για την ανακατάληψη της Ράκας από τους τζιχαντιστές, σε συνεργασία με τον διεθνή συνασπισμό.

Μία ακόμη ένδειξη της στρατιωτικής και πολιτικής τους ισχυροποίησης, κάτι που με τίποτα δεν επιθυμεί ο Ερντογάν, που βλέπει αντί ο Ασαντ να πέφτει, να καταγάγει βοηθούμενος από τους Ρώσους και υπό την ανοχή των Αμερικανών στρατιωτικές νίκες κατά των τζιχαντιστών. Ο Τούρκος πρόεδρος χρησιμοποίησε το ταξίδι του στην Ουάσιγκτον για να επικρίνει για μία ακόμη φορά τη στήριξη που παρέχουν οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στους Κούρδους της Συρίας. Εφθασε μάλιστα σε προχθεσινοβραδινή του ομιλία στο ινστιτούτο Brookings, με αφορμή και τη νέα αιματηρή επίθεση του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν(PKK) στο Ντιγιάρμπακιρ της νοτιοανατολικής Τουρκίας, η οποία προκάλεσε τον θάνατο επτά αστυνομικών και τον τραυματισμό άλλων 27 ανθρώπων, να δηλώσει ότι οι Κούρδοι είναι το ίδιο επικίνδυνοι με τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, καλώντας τον κόσμο να ενωθεί κατά της τρομοκρατίας.

Την ώρα που μίλαγε στο Brookings, άνδρες της προσωπικής του φρουράς ασφαλείας συνεπλάκησαν με διαδηλωτές που ύψωναν σύμβολα του κουρδικού κόμματος της Συρίας, αλλά και δημοσιογράφους, υπενθυμίζοντας στην αμερικανική κοινή γνώμη την πρόσφατη καταστολή κατά της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία, με τη σύλληψη δύο δημοσιογράφων της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» και την παραπομπή τους σε δίκη για κατασκοπεία και την τοποθέτηση υπό δικαστική επιμέλεια της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας «Zaman». Ο πρόεδρος της Λέσχης Αμερικανικού Τύπου Τόμας Μπαρ, προσκεκλημένος της οποίας ήταν ο Ερντογάν, επέκρινε δριμύτατα τη συμπεριφορά του Τούρκου προέδρου. «Δεν έχουν το δικαίωμα να χτυπούν δημοσιογράφους ή διαδηλωτές ή οποιονδήποτε άλλον. Ο Ερντογάν δεν πρέπει να εξάγει τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Ερντογάν δεν πρέπει να εξάγει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του Τύπου που λαμβάνουν χώρα στην Τουρκία» δήλωσε.

Οσο για την Τουρκία; Είναι πρόωρο να διαβλέψει κανείς το μέλλον. To προσφυγικό και το παζάρι ανταλλαγμάτων δείχνει να την έχει αναβαθμίσει, ανοίγοντας ξανά τη συζήτηση περί της ευρωπαϊκής της πορείας, παρά τις συνεχείς παραβιάσεις στο θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και της συνεχιζόμενης κατοχής τμήματος ξένης χώρας και μέλους της Ε.Ε., της Κύπρου.

Από την άλλη η αυξανόμενη αμερικανική δυσαρέσκεια, όπως αυτή τουλάχιστον εκφράζεται μέσα από αναλύσεις και άρθρα, και με δεδομένο το ίδιο το πολιτικό κλίμα που υπάρχει εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο στην Τουρκία, προϊδεάζει δύσκολες εποχές για τον επίδοξο... σουλτάνο.

Φοβάται το μεγάλο Κουρδιστάν

Για την Αγκυρα πιο επικίνδυνοι θεωρούνται οι Κούρδοι παρά οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους, εναντίον των οποίων δεν έχει ρίξει ούτε... σφαίρα, την ώρα που βομβαρδίζει όχι μόνο τους Κούρδους του PKK, αλλά και τους Κούρδους της Συρίας και του Ιράκ. Εχουν άλλωστε γραφτεί τόσα για τις κρυφές και φανερές σχέσεις των τουρκικών αρχών με το Ισλαμικό Κράτος.

Η πρόσφατη φημολογία για παρέμβαση του τουρκικού στρατού συνδέεται με την αυξανόμενη ανησυχία των Τούρκων στρατηγών για επανάληψη του αιματηρού εμφυλίου της δεκαετίας του ‘80, αρχές του ‘90, αλλά και την ανησυχία τους ότι ο πόλεμος που εξαπέλυσε από πέρυσι το καλοκαίρι ο Ερντογάν κατά των Κούρδων της νοτιοανατολικής Τουρκίας θα έχει τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα: την ντε φάκτο απόσχιση και των Κούρδων της Τουρκίας, την ώρα που οι ομοεθνείς τους, Κούρδοι της Συρίας, αυτονομούνται και θέτουν τις βάσεις για τη δημιουργία άτυπα ενός μεγάλου Κουρδιστάν.

Οι Κούρδοι ήταν οι μεγάλοι αδικημένοι του 20ού αιώνα. Η προσπάθεια για δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδιστάν μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν ευοδώθηκε και οι Κούρδοι έμειναν για χρόνια μοιρασμένοι(και καταπιεσμένοι ως μειονότητα) μεταξύ Ιράν, Ιράκ, Τουρκίας και Συρίας. Η κατάρρευση του καθεστώτος Σαντάμ στο Ιράκ ενίσχυσε την ντε φάκτο από το 1991 ανεξαρτητοποίησή τους στο Ιράκ.

Ο συριακός εμφύλιος και οι επιτυχίες τους κατά του Ισλαμικού Κράτους οδήγησε τους Κούρδους να εξαγγείλουν φιλόδοξο σχέδιο ομοσπονδοποίησης των τριών «καντονιών» και των εδαφών που ελέγχουν στη βόρεια Συρία, στα σύνορα με την Τουρκία. Οι Κούρδοι φαίνεται προς το παρόν να είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι των στρατιωτικών και πολιτικών ανακατατάξεων που έφερε ο συριακός εμφύλιος και να πραγματοποιούν έστω εν μέρει την προοπτική ενός αυτόνομου εντός της ιρακινής και συριακής επικράτειας Κουρδιστάν.

Σχόλια